βούτυρο

Græsk

Substantiv

βούτυρο intetkøn

  1. smør

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ το βούτυρο τα βούτυρα
Genitiv του βουτύρου των βουτύρων
Akkusativ το βούτυρο τα βούτυρα
Vokativ βούτυρο βούτυρα

Kilder