Απρίλιος

Græsk

Substantiv

Απρίλιος

  1. april

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ Απρίλιος
Genitiv Απριλίου
Akkusativ Απρίλιο
Vokativ Απρίλιε


Måneder på græsk
Ιανουάριος
januar
Φεβρουάριος
februar
Μάρτιος
marts
Απρίλιος
april
Μάιος
maj
Ιούνιος
juni
Ιούλιος
juli
Αύγουστος
august
Σεπτέμβριος
september
Οκτώβριος
oktober
Νοέμβριος
november
Δεκέμβριος
december