αράχνη

Græsk

Etymologi

Fra oldgræsk ἀράχνη (arachne).

Substantiv

αράχνη hunkøn

  1. edderkop

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ αράχνη αράχνες
Genitiv αράχνης αραχνών
Akkusativ αράχνη αράχνες
Vokativ αράχνη αράχνες