βιολογία

Græsk

Substantiv

βιολογία hunkøn

  1. biologi

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ η βιολογία οι βιολογίες
Genitiv της βιολογίας των βιολογιών
Akkusativ τη(ν) βιολογία τισ βιολογίες
Vokativ βιολογία βιολογίες