μήνας

Græsk

Substantiv

μήνας hankøn (flertal μήνες)

  1. måned

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο μήνας οι μήνες
Genitiv του μήνα των μηνών
Akkusativ το(ν) μήνα τους μήνες
Vokativ μήνα μήνες