νιπτήρας

Græsk

Substantiv

νιπτήρας hankøn

  1. håndvask

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο νιπτήρας οι νιπτήρες
Genitiv του νιπτήρα των νιπτήρων
Akkusativ το(ν) νιπτήρα τους νιπτήρες
Vokativ νιπτήρα νιπτήρες

Kilder