νόμισμα

Græsk

Etymologi

Fra oldgræsk νόμισμα (nomisma), mønt)

Substantiv

νόμισμα intetkøn (flertal νομίσματα)

  1. mønt

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ το νόμισμα τα νομίσματα
Genitiv του νομίσματος των νομισμάτων
Akkusativ το νόμισμα τα νομίσματα
Vokativ νόμισμα νομίσματα