πυρετός

Græsk

Udtale

Substantiv

πυρετός hankøn (flertal πυρετοί)

  1. feber

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ ο πυρετός οι πυρετοί
Genitiv του πυρετού των πυρετών
Akkusativ το(ν) πυρετό τους πυρετούς
Vokativ πυρετέ πυρετοί