κουτάλι

Græsk

Substantiv

κουτάλι intetkøn

  1. ske

Bøjning

Kasus Ental Flertal
Nominativ κουτάλι κουτάλια
Genitiv κουταλιού κουταλιών
Akkusativ κουτάλι κουτάλια
Vokativ κουτάλι κουτάλια